Δίγλωσσα παιδιά: δύο γλώσσες σημαίνουν διπλή δυσκολία;
12 Σεπτεμβρίου 2026 · 7 λεπτά ανάγνωση
Σε μια σύγχρονη σχολική τάξη δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο ένα παιδί να χρησιμοποιεί περισσότερες από μία γλώσσες.
Μπορεί να μιλά ελληνικά στο σχολείο, αλβανικά με τους γονείς του και να καταναλώνει μεγάλο μέρος του ψηφιακού του περιεχομένου στα αγγλικά.
Κάποιες φορές οι γλώσσες συναντιούνται ακόμη και μέσα στην ίδια πρόταση.
Και τότε εμφανίζεται ένας από τους πιο επίμονους μύθους γύρω από τη διγλωσσία:
«Το παιδί έχει μπερδευτεί.»
Η έρευνα, όμως, μας δίνει μια πολύ διαφορετική εικόνα. Τα παιδιά που μεγαλώνουν με δύο γλώσσες μπορούν από πολύ νωρίς να διαφοροποιούν τα λεξικά και γραμματικά τους συστήματα. Η περιστασιακή ανάμειξη δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι δεν ξεχωρίζουν τις γλώσσες. (Cambridge)
Όταν δύο γλώσσες εμφανίζονται στην ίδια πρόταση
Φανταστείτε ένα παιδί που λέει:
«Θέλω το blue μολύβι.»
Ή:
«Μετά πήγαμε σπίτι and we watched a movie.»
Ένας μονόγλωσσος ακροατής μπορεί να ακούσει χάος.
Ο δίγλωσσος ομιλητής όμως μπορεί να κάνει κάτι πολύ πιο συστηματικό.
Η εναλλαγή μεταξύ γλωσσών ονομάζεται συχνά code-switching — εναλλαγή κώδικα. Μπορεί να συμβαίνει ανάμεσα σε προτάσεις ή ακόμη και μέσα στην ίδια πρόταση.
Και δεν αποτελεί αποκλειστικά παιδικό φαινόμενο.
Οι δίγλωσσοι ενήλικες το κάνουν συνεχώς.
Μάλιστα, η έρευνα δείχνει ότι οι εναλλαγές αυτές δεν συμβαίνουν απαραίτητα τυχαία. Επηρεάζονται από τη γραμματική των δύο γλωσσών, από την επάρκεια του ομιλητή, από το ποιος είναι ο συνομιλητής και από το κοινωνικό περιβάλλον. (Cambridge)
Το παιδί, επομένως, δεν έχει δύο «κουτιά» στο μυαλό του που κατά λάθος άνοιξαν ταυτόχρονα.
Χρησιμοποιεί ένα σύνθετο γλωσσικό ρεπερτόριο.
Μερικές φορές η ανάμειξη δείχνει ικανότητα, όχι έλλειψή της
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο.
Σε μελέτη δίγλωσσων παιδιών αγγλικών–μανδαρινικών ηλικίας 5–6 ετών, οι ερευνητές δεν βρήκαν ότι το code-switching αποτελούσε ένδειξη γλωσσικής ανεπάρκειας. Αντίθετα, τα αποτελέσματά τους έδειξαν θετική σχέση με πλευρές της γλωσσικής ικανότητας. (Cambridge)
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εναλλαγή γλώσσας αποδεικνύει υψηλή γλωσσική επάρκεια.
Ένα παιδί μπορεί πράγματι να χρησιμοποιήσει μια λέξη από τη μία γλώσσα επειδή δεν γνωρίζει ή δεν ανακαλεί εκείνη τη στιγμή την αντίστοιχη λέξη στην άλλη.
Αλλά αυτή είναι μόνο μία πιθανότητα.
Μπορεί επίσης να αλλάξει γλώσσα επειδή μια έκφραση τού έρχεται ευκολότερα έτσι, επειδή μιλά με κάποιον που γνωρίζει και τις δύο γλώσσες ή επειδή η αλλαγή εξυπηρετεί συγκεκριμένο επικοινωνιακό σκοπό. Η σχετική έρευνα δείχνει ότι η έκθεση στις γλώσσες, η επάρκεια και το επικοινωνιακό περιβάλλον επηρεάζουν τα μοτίβα εναλλαγής. (Cambridge)
Άρα, πριν πούμε:
«Δεν ξέρει τη λέξη.»
χρειάζεται να εξετάσουμε τι ακριβώς συμβαίνει.
Ένα δίγλωσσο παιδί δεν είναι δύο μονόγλωσσα παιδιά σε ένα σώμα
Εδώ βρίσκεται μια δεύτερη σημαντική παγίδα για την εκπαίδευση.
Φανταστείτε ένα παιδί που χρησιμοποιεί:
ελληνικά κυρίως στο σχολείο,
τη γλώσσα της οικογένειας κυρίως στο σπίτι.
Είναι πιθανό να γνωρίζει:
«διάλειμμα, τετράδιο, πολλαπλασιασμός»
πολύ καλύτερα στα ελληνικά.
Και:
ονόματα φαγητών, συγγενών, οικογενειακών δραστηριοτήτων
πολύ καλύτερα στην άλλη γλώσσα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η μία γλώσσα είναι «ελλιπής».
Σημαίνει ότι οι γλώσσες έχουν αναπτυχθεί μέσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα χρήσης.
Γι' αυτό η αξιολόγηση ενός δίγλωσσου παιδιού χρειάζεται προσοχή. Αν εξετάσουμε μόνο τη μία γλώσσα, μπορεί να βλέπουμε μόνο ένα μέρος των συνολικών γλωσσικών του πόρων.
Και υπάρχει ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας: όταν η γλώσσα του σχολείου είναι διαφορετική από εκείνη του σπιτιού, το παιδί πρέπει να μαθαίνει ταυτόχρονα το σχολικό περιεχόμενο και τη γλώσσα μέσω της οποίας διδάσκεται αυτό το περιεχόμενο. (Cambridge)
Αυτό μας συνδέει άμεσα με το προηγούμενο άρθρο της σειράς.
Πρέπει λοιπόν το σπίτι να σταματήσει την άλλη γλώσσα;
Μερικές οικογένειες έχουν ακούσει συμβουλές όπως:
«Από εδώ και πέρα να του μιλάτε μόνο ελληνικά.»
Η λογική φαίνεται απλή:
αν το παιδί χρειάζεται περισσότερο τα ελληνικά, ας αφαιρέσουμε την άλλη γλώσσα.
Αλλά η γλωσσική ανάπτυξη δεν είναι δοχείο συγκεκριμένης χωρητικότητας όπου, αν βάλουμε περισσότερο από τη μία γλώσσα, πρέπει να αφαιρέσουμε από την άλλη.
Επιπλέον, η οικογενειακή γλώσσα δεν είναι απλώς σχολικό εργαλείο.
Είναι συχνά η γλώσσα μέσα από την οποία το παιδί επικοινωνεί με γονείς και παππούδες, ακούει οικογενειακές ιστορίες, συμμετέχει σε μια κοινότητα και αναπτύσσει μέρος της ταυτότητάς του.
Ο εκπαιδευτικός επομένως χρειάζεται να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός πριν παρουσιάσει τη μία γλώσσα ως εμπόδιο για την άλλη.
Μπορεί η άλλη γλώσσα να χρησιμοποιηθεί μέσα στην τάξη;
Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα.
Φανταστείτε έναν μαθητή που διαβάζει μια δύσκολη παράγραφο στα ελληνικά.
Καταλαβαίνει περίπου την έννοια, αλλά δυσκολεύεται να την εξηγήσει.
Γιατί να μην του επιτρέψουμε αρχικά να συζητήσει την ιδέα με έναν συμμαθητή χρησιμοποιώντας και την άλλη γλώσσα που γνωρίζει;
Και μετά να επιστρέψει στα ελληνικά για να διατυπώσει την τελική απάντηση;
Δεν αλλάξαμε τον μαθησιακό στόχο.
Η τελική παραγωγή μπορεί να παραμένει στα ελληνικά.
Απλώς χρησιμοποιήσαμε όλους τους διαθέσιμους γλωσσικούς πόρους για να φτάσουμε εκεί.
Με τέτοιες πρακτικές συνδέεται η έννοια του translanguaging, η οποία έχει αποκτήσει μεγάλη παρουσία στη σύγχρονη έρευνα για την πολύγλωσση εκπαίδευση. Δεν πρόκειται απλώς για «ανακάτεμα γλωσσών», αλλά για παιδαγωγικές προσεγγίσεις που αξιοποιούν στρατηγικά το ευρύτερο γλωσσικό ρεπερτόριο των μαθητών. (Cambridge)
Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να μαθαίνει σωστά ελληνικά;
Όχι.
Αυτό θα ήταν το αντίθετο άκρο.
Ένα παιδί που φοιτά σε ελληνόφωνο σχολείο χρειάζεται να αναπτύξει ισχυρή ικανότητα στα ελληνικά — ιδιαίτερα στη γλώσσα που απαιτούν η ανάγνωση, η γραφή και τα σχολικά γνωστικά αντικείμενα.
Η αξιοποίηση της άλλης γλώσσας δεν σημαίνει εγκατάλειψη αυτού του στόχου.
Μπορεί να σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε μια γλώσσα που ήδη γνωρίζει ο μαθητής ως γέφυρα προς τη νέα γνώση.
Για παράδειγμα, μπορούμε να επιτρέψουμε στον μαθητή να καταγράψει πρώτα μια ιδέα στη γλώσσα που γνωρίζει καλύτερα και μετά να δουλέψουμε μαζί την απόδοσή της στα ελληνικά.
Ή να συγκρίνουμε δύο λέξεις από διαφορετικές γλώσσες.
Ή να δημιουργήσουμε ένα μικρό δίγλωσσο γλωσσάρι για ένα κεφάλαιο Φυσικής.
Έτσι η πρώτη γλώσσα δεν ανταγωνίζεται απαραίτητα τη δεύτερη.
Μπορεί να γίνει γνωστικό στήριγμα.
Μύθος: «Τα δίγλωσσα παιδιά μπερδεύουν τις γλώσσες τους»
Αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος μύθος του άρθρου.
Τα δίγλωσσα παιδιά μπορούν να διαφοροποιούν τα γλωσσικά τους συστήματα από πολύ νωρίς. Ακόμη και έρευνες σε πολύ μικρά παιδιά έχουν δείξει ότι η επιλογή και η εναλλαγή γλώσσας μπορεί να είναι ευαίσθητη στο επικοινωνιακό πλαίσιο. (Cambridge)
Το ότι οι δύο γλώσσες αλληλεπιδρούν δεν σημαίνει ότι το παιδί δεν τις ξεχωρίζει.
Και ίσως εδώ βοηθά μια απλή αναλογία.
Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει να γράφει:
«Δεν μπορώ να παρευρεθώ στη συνάντηση.»
και ταυτόχρονα να λέει στον φίλο του:
«Δεν παίζει να έρθω.»
Δεν θεωρούμε ότι έχει «μπερδέψει» τα ελληνικά.
Καταλαβαίνουμε ότι διαθέτει διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και επιλέγει ανάμεσά τους.
Ο δίγλωσσος μαθητής διαθέτει ακόμη περισσότερες επιλογές.
Τι σημαίνει αυτό για τον εκπαιδευτικό;
Όταν ένα παιδί χρησιμοποιήσει μια λέξη από άλλη γλώσσα, πριν πούμε:
«Μόνο ελληνικά!»
μπορούμε να αναρωτηθούμε:
Γιατί άλλαξε γλώσσα εδώ;
Δεν γνωρίζει την ελληνική λέξη;
Την ξέρει αλλά δεν την ανακάλεσε;
Μιλά σε δίγλωσσο συμμαθητή;
Χρησιμοποιεί την άλλη γλώσσα για να καταλάβει μια δύσκολη έννοια;
Η απάντηση αλλάζει και την εκπαιδευτική μας αντίδραση.
Αν δεν γνωρίζει την ελληνική λέξη, μπορούμε να τη διδάξουμε.
Αν γνωρίζει την έννοια αλλά όχι τον ελληνικό όρο, έχουμε ήδη ένα σημαντικό θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορούμε να χτίσουμε.
Και αν χρησιμοποιεί δύο γλώσσες στρατηγικά για να επικοινωνήσει, τότε δεν έχουμε απαραίτητα μπροστά μας ένα γλωσσικό πρόβλημα.
Μπορεί να βλέπουμε μια φυσιολογική εκδήλωση της διγλωσσίας.
Ο στόχος του σχολείου επομένως δεν χρειάζεται να είναι να κάνει τον μαθητή να αφήσει μία γλώσσα έξω από την πόρτα.
Μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο φιλόδοξο:
να τον βοηθήσει να προσθέσει στη γλωσσική του εργαλειοθήκη όλο και περισσότερους τρόπους κατανόησης, μάθησης και έκφρασης.
Στο επόμενο άρθρο θα εξετάσουμε το πρακτικό ερώτημα που προκύπτει αμέσως από όλα αυτά:
Πρέπει να μιλάμε μόνο τη γλώσσα-στόχο στην τάξη;
Και ειδικά στη διδασκαλία ξένων γλωσσών: βοηθά πραγματικά το “English only” ή υπάρχουν στιγμές όπου η μητρική γλώσσα μπορεί να κάνει το μάθημα αποτελεσματικότερο;
Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση
Cambridge Handbook of Childhood Multilingualism — Code-Switching among Bilingual and Trilingual Children — Σύγχρονη επισκόπηση της εναλλαγής γλωσσών στα πολύγλωσσα παιδιά.
Bilingualism: Language and Cognition — Code-switching as a marker of linguistic competence in bilingual children — Μελέτη που εξετάζει άμεσα την ιδέα ότι το code-switching αποτελεί ένδειξη γλωσσικής ανεπάρκειας.
Cambridge — Two Languages in One Mind — Για τη διαφοροποίηση των δύο γλωσσικών συστημάτων και τον μύθο της «σύγχυσης».
Cambridge — Translanguaging in Classroom Discourse — Πρόσφατη, ερευνητικά τεκμηριωμένη παρουσίαση των παιδαγωγικών εφαρμογών του translanguaging σε πολύγλωσσες τάξεις.